Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας

Ο Γέροντας Ιερώνυμος της Αίγινας είναι ένας από τους μεγάλους αγίους Γέροντες της εποχής μας. Ήταν παλαιοημερολογίτης. Το ησυχαστήριό του στην Αίγινα, αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, ακολουθεί την πνευματική του παράδοση με αυστηρότητα και αποφεύγει κατά το δυνατόν κάθε σχέση με τον εισαγόμενο "πολιτισμό" (π.χ. δεν ήθελαν να έχουμε κινητά τηλέφωνα, ούτε και να αφήσουμε ευρώ).
Αυτά δεν εμποδίζουν τους ορθόδοξους χριστιανούς του ν.ημ. να σέβονται το Γέροντα ως άγιο (όπως και άλλους ΓΟΧ), ενώ το βιογραφικό του υπάρχει σε αρκετές νεοημερολογίτικες ιστοσελίδες, και εμείς το λαμβάνουμε από την ιστοσελίδα Σύγχρονοι Γέροντες (εκεί θα δείτε κι άλλα για το Γέροντα). Δυστυχώς, δε βλέπω να αναφέρεται ότι ήταν Ζηλωτής (π.ημ.). Υπάρχει μόνο ένας υπαινιγμός, στην ημερομηνία της κοίμησής του, που δίνεται με το π.ημ. Ίσως δεν το γνώριζε ο αδελφός ή ίσως ένιωσε αμηχανία, ξέροντας την ένταση στην Εκκλησία (αλλού π.χ. ο Γέροντας λοιδορείται ως "αιρετικός Φλωριναίος"). Από μένα είναι συγχωρεμένος, ελπίζω κι από σένα, αδελφέ αναγνώστη, και τελικά από το Θεό.

Ο ΓΕΡΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣΟ Γέρων ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ, κατά κόσμον ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ, γεννήθηκε το έτος 1883 εις το Μικρασιατικό Χωρίον Γκέλβερη της Καππαδοκίας.
Οι γονείς του ΑΝΕΣΤΗΣ και ΕΛΙΣΑΒΕΤ, απέκτησαν 6 (εξ) τέκνα, μεταξύ των οποίων και τον εκ κοιλίας μητρός κεκλημένον ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ τον μετέπειτα γνωστόν μας Πατέρα-Γέροντα ΙΕΡΩΝΥΜΟ.

Μεγάλωσε και ανετράφη σε περιβάλλον προσευχής, ασκήσεως και αγιότητας. Τα προσευχητικά δάκρυα της μητέρας του, ήσαν τα πρώτα πού επέδρασαν στην ευαίσθητη ψυχή του Βασιλείου. Επίσης και τα άγια παραδείγματα των Ασκητών-Τρωγλοδυτών Αγίων της περιοχής του, οι οποίοι εκρύπτοντο και ζούσαν εν αφάνεια στα διάσπαρτα αυτά «κέντρα» προσευχής των βράχων της Καππαδοκίας.

Εχειροτονήθη Διάκονος υπό του Μητροπολίτου Σωφρονίου εις την Αμισόν. Επισκεφθείς τους Αγίους Τόπους, ως Διάκονος, παρέμεινε επί εννέα μήνας εις την Ι. Μονήν του Τιμίου Προδρόμου παρά τον Ιορδάνη ποταμό.

Επιστρέφων, διωρίσθη Διάκονος εις τον Ί. Ναόν Αγίου Γεωργίου εις Κωνσταντινούπολη, οπού και αφήκε την «σφραγίδα» του, διότι εθαυμάζετο δια τάς αρετάς και την αγιότητά του, τον ζήλο και την καλλικέλαδο φωνή του.

Η Μικρασιατική καταστροφή, έφερε εις την Ελλάδα το «πτηνόν της ερήμου», τον «Ερωδιόν», Ασκητή Διάκονο Βασίλειον.

Η Νήσος ΑΙΓΙΝΑ, αμέσως μετά την στέρησιν του Αγίου της, Αγίου Νεκταρίου, το έτος 1922, υπεδέχθη τον Διάκονο Βασίλειον, πού ήλθε «από την μεγάλη στεριά, όπως θα έλεγε ό Κόντογλου, από τα Αγια χώματα της Ανατολής: από την Καππαδοκία, πού την τίμησαν και την δόξασαν τόσοι Μάρτυρες και Όσιοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας» (Π. Πάσχος).

Την εποχή εκείνη Ιεροκήρυξ εις την Αίγινα, ήτο ο μετέπειτα Μητροπολίτης Καρυστίας Παντελεήμων, ο οποίος εξετίμησε και ηγάπησε τον Καππαδόκη Διάκονο Βασίλειον. Οτε δε έγινε Μητροπολίτης Καρυστίας, εις μίαν επίσκεψίν του εις την Αίγινα, μετά πολλάς πιέσεις προς τον Βασίλειον, τον έπεισε και τον χειροτόνησε εις Ιερέα, δίδων εις αυτόν και το Οφίκιων του Αρχιμανδρίτου.
Μετά εν έτος έλαβε και το Μέγα και Αγγελικόν Σχήμα από τον Αγιον Γέροντα ΙΕΡΩΝΥΜΟ Σιμωνοπετρίτη, λαβών το όνομα ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ.

Στην αρχή της Ιερατεία του, κάποια μέρα, την ώρα που έκαμε προσκομιδή είδε ένα φοβερό δράμα (τον Κύριόν μας ως βρέφος επάνω στην Αγία Τράπεζα) το οποίον τόσο πολύ τον συνεκλόνισε ώστε έγινε η αφορμή, να παύση να ιερουργεί, διότι ήτο τόσο το δέος του, που θεωρούσε ανήμπορα τα χέρια του να λογχίζουν το Σώμα του Κυρίου μας.

Κατόπιν και μέχρι της κοιμήσεώς του, απεσύρθη εις ιδιόκτητο Ησυχαστήριον «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ».
Εις το Ησυχαστήριον αυτό, συνέχισε τους Ασκητικούς αλλά και Ποιμαντικούς αγώνας του. Άλλοτε απεσύρετο εις ιδιαίτερο κρυπτόν τόπον (εντός του Ησυχαστηρίου), που ενθύμιζε τους λαξευτούς διαδρόμους-κρύπτες και τα κελλιά, υπό τους βράχους, της Πατρίδος του, άλλοτε εγίνετο «η κολυμβήθρα του Σιλωάμ», οπού πλήθος επισκεπτών εύρισκαν κοντά του, παρηγοριά, λύτρωση, αναγέννηση.
Οι συμβουλές του και η προσευχή του, ήσαν το «μάλαγμα» για τις από πάσης αιτίας πληγωμένες καρδιές.
Και μόνον πού τον ατένιζε κανείς, ένοιωθε να τον διαπερνά σε όλο το είναι του, η Χάρις και η Ευλογία του Αγίου, πολύπαθους Γέροντος, της Αγιότητας του και έφευγε, «άλλος άνθρωπος!».

Είχεν όλα τα Χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, το δε προορατικό του Χάρισμα, ήτο εις αφάνταστο βαθμό εντυπωσιακό και ακριβέστατο, ώστε ο επισκέπτης, καθώς τον ήκουε, ησθάνετο δέος και φόβον!

Εκοιμήθη μετά δύο, περίπου, μηνών επώδυνου ασθενείας του, εις τάς Αθήνας, την 2αν (π.έ.) Οκτωβρίου 1966.

Είθε οι πρεσβείες του Αγίου Γέροντος ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ να μας σκέπουν, προστατεύουν, ενισχύουν και βοηθούν για την σωτηρία μας, διαφυλάττουν δε την Ορθοδοξία μας και το Έθνος μας, από πάσης επιβουλής και κακίας.

Εκτενέστερο βιογραφικό του Γέροντα, όπου αναφέρονται η απώλεια του χεριού του και η προσχώρηση στο παλαιό ημερολόγιο (από εδώ)

Γέροντας Ἱερώνυμος Aἰγίνης
(1883-1966)
    
       Ὁ γέροντας Ἱερώνυμος -κατά κόσμον Βασίλειος Ἀποστολίδης- γεννήθηκε στό Γκέλβερι τῆς Καππαδοκίας τό 1883. Τό χωριό αὐτό ταυτίζεται ἀπό πολλούς μέ τήν ἀρχαία Καρβάλη, οἱ κάτοικοι τῆς ὁποίας μετά τήν Μικρασιατική Καταστροφή (1922), ἳδρυσαν τήν Νέα Καρβάλη, πόλη κοντά στήν Καβάλα.
           Σύμφωνα μέ μαρτυρίες, τό χωριό του θεωρεῖται μέρος ὃπου παλαιότερα ὑπῆρχαν κελλιά καί μοναστήρια, τά περισσότερα λαξευμένα σέ βράχους. Τό ἲδιο τό ὂνομα τοῦ χωριοῦ ἐπιβεβαιώνει τά παραπάνω. Ἡ λέξη Γκέλβερι εἶναι παραφθορά τῆς προγενέστερης ὀνομασίας "Κελλίβαρα", μιᾶς μικτῆς ἑλληνοτουρκικῆς λέξης πού ἑρμηνεύεται ὡς "τόπος μέ πολλά κελλιά".
           Ὃπως μαρτυρεῖ καί ὁ ἲδιος ὁ γέροντας, οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ ἦταν βαθιά θρησκευόμενοι καί γνώριζαν τήν κατανυκτική-καρδιακή προσευχή, διά μέσου τῆς ὁποίας ἒφθαναν σέ ὑψηλά πνευματικά ἐπίπεδα.  Ἂλλωστε ἡ Μικρά Ἀσία καί ἰδιαίτερα ἡ Καππαδοκία, εἶχαν ἀναδείξει στό παρελθόν μεγάλους ἁγίους (Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος κ. ἂ). Ἦταν λοιπόν ἀναμενόμενο καί ὁ ἲδιος ὁ γέροντας ἢδη ἀπό τά παιδικά του χρόνια νά ἒλθει σέ ἐπαφή μέ πνευματικούς ἀνθρώπους. Ἒτσι σέ ἡλικία δέκα ἐτῶν ἒδωσε στήν μητέρα του τήν ὑπόσχεση ὃτι θά άκολουθήσει τόν ἂγαμο βίο, ἀφιερώνοντας τόν ἑαυτό του στόν Χριστό.
           Περίπου 20 ἐτῶν χειροτονήθηκε διάκονος στήν Ἀμισσό (1) καί ὓστερα πῆγε στήν Καισάρεια, ἐπειδή κάποιοι συμπατριῶτες του κινήθηκαν ἐναντίον του μέ σκοπό νά τόν σκοτώσουν. Μετά ἀπό ἀρκετό χρονικό διάστημα ἐπέστρεψε στό Γκέλβερι, ὃπου τοῦ προτάθηκε νά χειροτονηθεῖ  ἱερέας. Αὐτός ἀπέρριψε τήν πρόταση, ἐπειδή μερικοί ἂνθρωποι στό χωριό του δέν τόν ἢθελαν. Οἱ ἐχθροί του προσπάθησαν ἐπανειλημμένως νά τόν βλάψουν καί ὁ μητροπολίτης Ἰκονίου Προκόπιος βλέποντας τίς προθέσεις τους ἀποφάσισε νά τόν στείλει στό Ἃγιο Ὂρος. Ὁ πατήρ Βασίλειος ὃμως, πικραμένος ἀπό τήν συμπεριφορά τῶν συμπατριωτῶν του, προτίμησε νά πάει γιά προσκύνημα στούς Ἁγίους Τόπους.
           Σέ ἡλικία 28 ἐτῶν ἐπισκέφθηκε τούς Ἁγίους Τόπους ὃπου ἒνιωσε τέτοια συντριβή καί ἒζησε τέτοια ψυχική ἀνάταση, ὣστε ἀκόμη καί μετά ἀπό 50 χρόνια, νά δακρύζει, ὃταν μιλοῦσε γιά τά μέρη αὐτά. Στά Ἱεροσόλυμα γνώρισε τήν μοναχή Εὐπραξία καθώς καί τόν ἀδελφό της τόν γνωστό γέροντα Ἀρσένιο(τότε πατέρα Ἀναστάσιο), ὁ ὁποῖος ἀργότερα συνδέθηκε μέ τόν ἁγιορείτη γέροντα Ἰωσήφ Σπηλαιώτη. Ἡ γερόντισσα ἀργότερα ἒζησε κοντά στόν γέροντα Ἱερώνυμο ὡς ὑποτακτική του καί  τον διακόνησε μέχρι τήν κοίμησή του.
           Φεύγοντας ἀπό τούς Ἁγίους Τόπους ἐγκαταστάθηκε στήν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ περίμενε ὅτι θά ἒβρισκε ἒντονη πνευματική ζωή, ἀλλά γρήγορα ἀπογοητεύτηκε. Παρέμεινε βέβαια στήν Πόλη, ὃπου καί τοποθετήθηκε ὡς διάκονος στό Πατριαρχεῖο, ἀπό τόν Πατριάρχη Ἰωακείμ Γ΄. Παράλληλο ἒργο του εἶχε τό κήρυγμα καί μιλοῦσε στούς πιστούς "γιά τόν Χριστό μας, γιά την κατανυκτική προσευχή, τά δάκρυα, τήν ταπείνωση..."  (2).
            Ἡ Καταστροφή τοῦ 1922 βρῆκε τόν γέροντα ἢδη 10 χρόνια στήν Κωνσταντινούπολη (1912-1922). Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1922 ἀποφάσισε νά ἀναχωρήσει γιά τήν Ἑλλάδα.Ὓστερα ἀπό περιπέτειες καί βαθιά ἀπογοήτευση γιά τήν πνευματική κατάσταση τῆς χώρας, ἐγκαταστάθηκε στήν Αἲγινα, ὃπου οἱ μνῆμες ἦταν ἀκόμη νωπές ἀπό τόν Ἃγιο Νεκτάριο (1920).
           Πρός τό τέλος τοῦ 1922 διορίστηκε διάκονος στό νοσοκομεῖο τῆς Αἲγινας καί λίγο ἀργότερα χειροτονήθηκε ἱερέας. Ἀπό τήν ἡμέρα τῆς χειροτονίας του καί ἒπειτα τελοῦσε καθημερινά ἐπί 40 ἡμέρες τήν Θεία Λειτουργία καί ζοῦσε σέ κατάσταση θείας μεταρσιώσεως. Τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα,ἐνῶ τελοῦσε τήν ἀναίμακτη θυσία, εἶδε μέσα στό Ἃγιο Ποτήριο τήν μετουσίωση τοῦ ἂρτου καί τοῦ οἲνου σέ Τίμιο Σῶμα καί Πανάγιο Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Λόγῳ ὃμως τῆς βαθιᾶς του ταπεινώσεως διηγήθηκε τό θαῦμα αὐτό στήν διευθύντρια τοῦ νοσοκομείου ὡς ἐμπειρία ἃλλου ἰερέα καί ὑπέβαλε τήν παραίτησή του, θεωρώντας τόν ἑαυτό του ἀνάξιο νά ὑπηρετεῖ τό Ἱερό Θυσιαστήριο.
           Μετά ἀπό αὐτό πραγματοποίησε ἓνα προσκυνηματικό ταξίδι στό Ἃγιο Ὂρος. Ἐκεῖ γνώρισε  τόν ἡγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σιμωνόπετρας Ἱερώνυμο ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἐπισκέφθηκε τήν Αἲγινα καί τοῦ ἒδωσε τό Μέγα καί Ἀγγελικό Σχῆμα καί τό ὂνομά του.

           Τόν Αὒγουστο τοῦ 1942 ἐπισημοποίησε τήν ἀπόφασή του νά ἀκολουθήσει τό παλαιό ἡμερολόγιο ἁπλά καί ἀθόρυβα, ἀποστέλλοντας μιά ἐπιστολή  στόν Σεβασμιώτατο Ὓδρας  Προκόπιο. Τό γεγονός αὐτό δέν ἐπηρέασε τήν συμπεριφορά του ἀπέναντι στά πνευματικά του παιδιά. Συνέχισε νά δέχεται ὃλους μέ τήν ἲδια ἀγάπη, ἀνεξαρτήτως ἂν ἀκολουθοῦσαν τό παλαιό ἢ τό νέο ἡμερολόγιο. Ποτέ ἂλλωστε δέν ἒλαβε μέρος σέ συζητήσεις γιά ἡμερολογιακά θέματα καί τό μόνο πού ἒκανε ἦταν νά ὁμολογεῖ ὃτι ἀκολουθεῖ τό παλαιό ἡμερολόγιο ἐπειδή "αὐτό εἶναι τό σωστό".          
           Μετά τήν γερμανική Κατοχή (1945) τραυματίστηκε ἀπό ἓνα βλῆμα πού ἂφησε ἓνας Γερμανός στρατιώτης στό μοναστήρι, τοῦ ἒκοψαν τό ἓνα χέρι πάνω ἀπό τόν ἀγκώνα [βλ. φωτο δίπλα (από εδώ)] καί ἒχασε τήν ἀκοή του, ἡ ὁποία ἐπανῆλθε μετά ἀπό θαῦμα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων.Ὓστερα ἀπό αὐτό ἐγκαταστάθηκε στό ἡσυχαστήριo «Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου», τό ὁποῖο ὁ ἲδιος εἶχε οἰκοδομήσει καί ἐκεῖ δεχόταν πλῆθος ἀνθρώπων πού πήγαιναν νά τόν ἐπισκεφθοῦν καί νά ὠφεληθοῦν ἀπό τήν πνευματικότητα του.
           Κύρια ἐνασχόλησή του ἦταν ἡ προσευχή. Σύμφωνα μέ μαρτυρίες, ἀπό τήν ἀρχή ἀκόμα τῆς προσευχῆς του, τά μάτια του πλημμύριζαν δάκρυα. Ὁ γέροντας εἶχε ἀγαπήσει ἰδιαίτερα καί εἶχε ἐνστερνιστεῖ τούς ἀσκητικούς λόγους τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου. Ἡ ζωή του ἦταν ἀποτύπωμα ὃσων διάβαζε ἀπό αὐτόν τόν ἀσκητή. Ἦταν κατά τά λεγόμενα ὃσων τόν γνώριζαν: " ἓνας ἂλλος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος! ".
           Τό καλοκαίρι τοῦ 1966 ἡ κλονισμένη ὑγεία του χειροτέρευσε καί διακομίσθηκε στήν Ἀθήνα, στό νοσοκομεῖο "Ἀλεξάνδρα", ὃπου διαπιστώθηκε ὃτι πάσχει ἀπό καρκίνο τῶν πνευμόνων. Παρά τήν σοβαρή ἀσθένειά του, ἀκόμη καί ἀπό τό νοσοκομεῖο βοηθοῦσε τούς ἀρρώστους μέ τήν προσευχή του, μέ τό παράδειγμά του καί μέ τίς συμβουλές του.       
           Ἡ κοίμησή του συνέβη τό ἲδιο ἒτος. Συγκεκριμένα τήν Κυριακή 16 Ὀκτωβρίου(3/10 Π.Η) ὁ γέροντας ἀναχώρησε ἀπό τήν ἐπίγεια ζωή. Χιλιάδες κόσμου, πολιτικές καί ἐκκλησιαστικές ἀρχές παρευρέθηκαν στή ἐξόδιο ἀκολουθία του. Τάφηκε στό ἡσυχαστήριό του, σέ τάφο πού ὁ ἲδιος εἶχε κατασκευάσει ἒχοντας διαρκῆ μνήμη θανάτου.
           Ὁ γέροντας Ἱερώνυμος διακρινόταν γιά τό προορατικό του χάρισμα. Ὃμως ἡ βαθιά του ταπείνωση τό κάλυπτε. Κατά τήν διάρκεια τῆς ζωῆς του ἒσωσε μέ τά θαύματά του ἑκατοντάδες ἀνθρώπους ἀπό θάνατο σωματικό,κυρίως ὃμως ἀπό πνευματικό.
            Στήν πορεία τῆς ζωῆς του ὁ γέροντας συνδέθηκε μέ κληρικούς πού ξεχωρίζουν γιά τήν πνευματικότητά τους. Ἐνδεικτικά ἀναφέρονται οἱ: γέροντας Ἱερώνυμος Σιμωνοπετρίτης(1957), γέροντας Ἰωσήφ Σπηλαιώτης(1959) (3) , γέροντας Ἀρσένιος Σπηλαιώτης (1983) (4) καί ὁ ἀρχιμανδρίτης π. Νήφων Ἀστυφίδης(1994).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.   Μπότσης Πέτρος, "Γέροντας Ἱερώνυμος, ὁ Ἡσυχαστής τῆς Αἲγινας", Ἀθήνα 1996
2.   Νούση Σωτηρία, Ὁ Γέρων Ἱερώνυμος τῆς Αἲγινας (1883-1966) , Ζ’ Ἒκδοση (Φεβρουάριος 2010) , Ἐκδόσεις Ἑπτάλοφος

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1)       Ἀμισσός: Παράλια πόλη τοῦ Εὐξείνου Πόντου, στήν βόρεια ἀκτή τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, κοντά στήν Σαμψοῦντα
(2)       Μπότσης Πέτρος, Γέροντας Ἱερώνυμος, ὁ Ἡσυχαστής τῆς Αἲγινας, Ἀθήνα 1996, σελ. 63
(3)       ὃ. π. , σελ. 275 – 276
(4)       ὃ. π. , σελ. 54 – 55


Διδασκαλίες του Γέροντα (από εδώ)

Τον Σταυρόν μην τον φοράτε για στολίδι. Και, ή να έχει τον Εσταυρωμένον επάνω, δηλαδή Σώμα Χριστού μας, ή να γράφει πίσω: ΙΣΧΣ ΝΙΚΑ. Διότι και άλλοι σταυρώθηκαν.
Από εκτενές άρθρο εδώ

Να λες: Θεέ μου, μη πάρεις την ψυχήν μου, εάν δεν έλθω πρώτα στα Ιεροσόλυμα. Έρχονται εδώ Γάλλοι, Γερμανοί και άλλοι, δηλ. όχι Έλληνες, και μου λένε «εγώ του Χριστού μας τον Τάφον θα πάω να προσκυνήσω» και χαίρονται και επιθυμούν πολύ και ημείς να μη πηγαίνωμεν! Πολλοί έρχονται εδώ στην Αίγινα να δουν τις κολώνες της Αφαίας και ημείς να μη πηγαίνωμεν εις τον τόπον όπου εγεννήθη ό Χριστός μας;

Γέροντα, σας παρακαλώ πολύ, ευχηθείτε να βρεθεί μια καλή κοπέλα για τον γυιό μου (εφοπλιστής ο γυιός) και θέλω να αγαπά πολύ τον Χριστό μας!
- Αν αγαπάει πολύ τον Χριστό μας, τον γιο σου θα πάρει; Αν αγαπάει πολύ τον Χριστό μας, όσο μου λες, δεν παντρεύεται καθόλου!

Μανίκια κοντά και άσεμνα, όχι, διότι σκανδαλίζονται, σκοτώνονται ψυχές και «Ουαί δι' ου το σκάνδαλον έρχεται» ["αλίμονο σ' αυτόν, από τον οποίο προκαλείται το σκάνδαλο": φράση του Ιησού Χριστού στο ευαγγέλιο].
Η μητέρα μου, τρία αγόρια ήμασταν, δεν άφησε ποτέ να δούμε το χέρι ή το πόδι της αδελφής μας.

Θάνατος της ψυχής και φθορά της σαρκός είναι η αμαρτία.

Θα κάμεις ότι ημπορείς διά τα παιδιά σου, διότι εις την άλλην ζωήν ό Χριστός μας θα σου ζητήσει ή τα παιδιά σου σεσωσμένα ή τις πληγές στα γόνατα σου, από την πολλήν σου προσευχήν. Δεν γνωρίζουν δυστυχώς, οι γονείς την ευθύνη την οποίαν έχουν δια τα τέκνα των.

"Όταν δίδεις ελεημοσύνη, να μη εξετάζεις τι είναι το πρόσωπο πού του δίδεις, και είναι καλό ή κακό. Ή ελεημοσύνη είναι σπουδαίο πράγμα, εξαλείφει πλήθος αμαρτιών.

Να μελετάς καλά τον βίον και να λες: « Εκείνος απέθανε, ό άλλος αρρώστησε, άλλοι έχουν μεγάλα, ανίατα βάσανα, λύπες κλπ.» και να προσέχεις, να βαδίζεις με γνώσιν.

Απ' όπου αντιλαμβάνεσαι πειρασμόν, μη αμελήσεις και μη καταφρόνησης τον φόβον ή τον κίνδυνο (ως έχων εμπιστοσύνη στον εαυτόν σου), αλλά απομακρύνσου, «αποπήδησον ως ή δορκάς εκ βρόγχων!»

Εις τον Δήμαρχο της Αιγίνης, τον οποίον συνήντησε την ώραν πού επέβλεπε διάνοιξιν δρόμου: «Κύριε Δήμαρχε, σε ευχαριστούμεν δια τους δρόμους πού μας ανοίγεις, σου είμεθα ευγνώμονες, αλλά φροντίζεις να ανοίξεις και δια τον εαυτόν σου "δρόμο", διά να σε οδηγήσει στον Παράδεισον;».

Πολύ λυπάμαι την νεολαία. Άδικα χάνεται! Δεν έχει ανθρώπους να την στηρίξουν και βοηθήσουν πνευματικά.

Το μπαστούνι του Θεού δι' ημάς τους Έλληνας, όταν φεύγωμεν από το δρόμο του και πίπτομεν σε ασέβειαν και αμαρτίαν, είναι οι ΤΟΥΡΚΟΙ!

(Από εδώ - δείτε και άλλα)

Κάθε πότε κοινωνείτε, κάθε πότε διψάει ή ψυχή σας;
Αν δεν σας έλθουν πάντως δάκρυα, να μη κοινωνάτε.
Κάθε δέκα πέντε ημέρας, καλόν είναι. Αυτό όμως θα το κανονίσει ό πνευματικός σας.

Μη απέχετε των Μυστηρίων.
Να κοινωνάτε συχνά Αυτά θα σας δώσουν δύναμιν.

Καλά έργα να κάμετε.
Πριν κοινωνήσετε, αγωνισθείτε. Κάμετε και ότι μπορείτε δηλ. από ελεημοσύνην.
Αν μόνο μίαν ημέρα της εβδομάδος δούλεψης, πληρώνεσαι για ολόκληρη την εβδομάδα;
 
Κάποιος με ρώτησε: «Κάθε πότε να κοινωνώ;»
Του απάντησα: Γιατί δεν με ρωτάς και κάθε πότε να τρώγω;» Όποτε πεινάς τρως. Έτσι και με την θεία Κοινωνία. Όποτε ζητά ή ψυχή σου και θέλεις, να κοινωνείς (αρκεί να έχεις άδεια από τον πνευματικό σου). Το μυστήριον της θείας Ευχαριστίας, εάν εσύ προσέχεις και αγωνίζεσαι, θα σε ειδοποιεί και θα το ζητάς. Πάντως τακτική θεία Κοινωνία.

Όταν κοινωνείς, πώς αισθάνεσαι;
Κανονικά πρέπει πριν, να έχεις λίγο φόβον, δέος, ευλάβεια και συντριβήν.
Μετά, πρέπει να αισθάνεσαι χαράν και την αίσθησιν, να μη θέλεις όλη την ημέρα να μιλήσεις εις άνθρωπον!

Παραπλεύρως: Το εξώφυλλο σχετικής μελέτης για το Γέροντα. Το παίρνουμε από εδώ, όπου (στην κάτω μεριά της σελίδας) διαβάστε αποσπάσματα.

Εμφανίσεις του Γέροντα (από εδώ)

Τα πρώτα χρόνια, μετά την κοίμησιν του Γέροντος Ιερωνύμου, ακόμη δεν είχε κτισθεί ό μανδρότοιχος γύρω από το Ησυχαστήριο του, πήγαινα, οσάκις μπορούσα, στον Τάφο του Γέροντα και προσευχόμουν και έκλαιγα και παρακαλούσα, και κατόπιν έφευγα αλλαγμένη, με κάποια γαλήνη διάχυτη μέσα μου και σιγουριά και την πεποίθηση ότι ό Γέροντας και από την άλλη, την όντως ΖΩΗ με την ίδια στοργή μας αφουγκράζεται και παρακολουθεί

Τον δεύτερο χρόνο από την κοίμηση του Γέροντος, την δεύτερη ήμερα του Πάσχα, Αφού πέρασα πρώτα από τον Μεγάλο μας Άγιο τον Άγιο Νεκτάριο, πήγα και στο Ησυχαστήριο του Γέροντος.

Η υπέργηρος Γερόντισσα, έλειπε, κανένας άλλος δεν ήτο εκεί, οπότε με μεγάλη μου χαρά και συγκίνηση, προσκύνησα και παρέμεινα στον Τάφο του Γέροντος, επί τρεις (3) περίπου ώρες. Περιποιήθηκα τον Τάφο, τοποθέτησα λουλούδια, καινούργια φωτογραφία του Γέροντος, έψαλλα τον Αναστάσιμο Κανόνα πού άρεσε πολύ στον Γέροντα, παρεκάλεσα, έκλαψα, θυμιάτισα τον Τάφο, τον όλο χώρο, την Εκκλησία και αφού σχεδόν είχε αρχίσει πολύ ελαφρά να φαίνεται ότι έδυε ο ήλιος, ετοιμάσθηκα να φύγω.
Πριν φύγω, πήρα πάλι το λιβανιστήρι και θυμίαζα. Την ώρα που θυμίαζα προς το παράθυρο της Εκκλησίας, σκεπτόμενη με συγκίνηση τι ουράνιες στιγμές να είχε ζήσει ό Γέροντας μέσα σε κείνη την Εκκλησία, τα ξέχασα κυριολεκτικά όταν μέσα από το παράθυρο της Εκκλησίας, (ήταν ανοικτό, είχε μόνον μία σίτο, για να μη μπαίνουν τα κουνούπια) είδα ολοκάθαρο, ολοζώντανο το Άγιο Πρόσωπο του Γέροντα (μέχρι τον θώρακα) να με κοιτάζει και να μου χαμογελά με μια γλυκύτητα, στοργή και λάμψη, πού έκανε να διακρίνονται καθαρά - ολοζώντανα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.

Εκείνη την ώρα βρέθηκα σε αμηχανία και τρομερό δίλημμα: Δεν πίστευα τι έβλεπα, δεν γνώριζα Αν έπρεπε να του μιλήσω ή όχι. Προτίμησα το δεύτερο. Έριξα άλλου τα μάτια μου, για να ξανακοιτάξω μετά και να βεβαιωθώ αν ήταν της φαντασίας μου ή πραγματικότης. Ξανακοίταξα: ήταν ακόμη εκεί ή Μορφή του και μου χαμογελούσε. Ξανά ανοιγόκλεισα τα μάτια μου, κοίταξα άλλου, ξανά κοίταξα στο παράθυρο και βλέπω πάλι την ίδια εικόνα. Ακίνητη, γλυκεία ή μορφή του και μου χαμογελούσε. Τότε, φυσικά αμίλητη, έκαμα μία μισή μετάνοια, πήρα την τσάντα μου και έφυγα.

Μόλις απομακρύνθηκα από το Ησυχαστήριο και πήγαινα προς την παραλία αλλά και μέσα στο Καράβι, Ένοιωθα μέσα μου μιαν ουράνια γλυκύτητα, τόση, που δεν την άντεχα και από τα μάτια μου έτρεχαν ασταμάτητα δάκρυα. Αυτή η κατάσταση κράτησε περίπου ένα μήνα συνεχώς. Όπου έριχνα τα μάτια μου, μου φαινόταν πως έβλεπα το ίδιο το Πρόσωπο του Γέροντος να με κοιτάζει και να χαμογελά και με πάρα πολύ κόπο, όταν ήμουν ανάμεσα στους ανθρώπους, συγκρατούσα τα δάκρυα.
Έκτοτε, πήγαινα με λαχτάρα, πολλές Λεύτερες μετά το κάθε Πάσχα, αλλά ποτέ δεν τον ξαναείδα.
Κάποια φορά, μετά ένα χρόνο, το εκμυστηρεύθηκα αυτό μόνον στην Γερόντισσα, με δισταγμό, γιατί φοβήθηκα μη τυχόν μου έλεγε ότι ήταν του πειρασμού, και έχανα την χαρά που είχα, άλλα η απλοϊκή και σοφή Γερόντισσα με καθησύχασε και με διαβεβαίωσε ότι ήτο μια παραχώρησης του Θεού και μια εξ αγάπης του Γέροντος εμφάνισης και δια τον λόγον ότι ήτο δευτέρα ημέρα του Πάσχα, Αναστάσιμη, επέτρεψε ό Θεός να γίνει. Εκ παραλλήλου, μου διηγήθηκε και εκείνη τα παρακάτω:
«Ήλθε χθες εδώ ένας, που κάποτε έμενε στην Αίγινα και πού είχε και τους δικούς του εδώ. Καθώς πήγαινε κατά το σούρουπο προς το σπίτι του, για να κόψη δρόμο, πέρασε μέσα από κάτι χωράφια και χωρίς να το αντιληφθεί και να προλάβει, έπεσε μέσα σε έναν ασβεστόλακκο, αλλά ξερό, χωρίς άσβεστη. Την ώρα πού προσπαθούσε να δη πώς και από πού να πιαστεί για ν' ανέβει, ακούει κάτι βήματα και βλέπει να περνά από κει δίπλα ό πατήρ Ιερώνυμος.
Γέροντα, του φωνάζει, τι κάνετε; καθώς προχωρούσα, έπεσα στον λάκκο εδώ και προσπαθώ να βγω. Του λέγει και ο Γέροντας: Μη φοβάσαι, εγώ θα σε βοηθήσω και θα βγεις. Άπλωσε το χέρι του ο Γέροντας, τον βοήθησε και κείνος βγήκε. Του ασπάσθηκε το χέρι και τον ευχαρίστησε. Προχώρησαν λίγο μαζί και μετά χώρισαν, γιατί ήσαν διαφορετικοί οι δρόμοι τους.
Όταν έφθασε στους δικούς του, διηγήθηκε το γεγονός και εκείνοι τον κοίταγαν καλά - καλά. Είσαι σίγουρος του είπαν ότι ήταν ο πατήρ Ιερώνυμος; Και στην έντονη διαβεβαίωσή του, του είπαν: "Εδώ και ένα χρόνο ο Γέροντας δεν είναι κοντά μας. Εκοιμήθη"
».

Ο λαϊκός Γέροντας Μισαήλ (πνευματικός διδάσκαλος του Γέροντα στα εφηβικά του χρόνια, στην Καππαδοκία)

Από το βιβλίο της Σωτηρίας Νούση Ο ΓΕΡΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΗΣ (εδώ)

Το εξώφυλλο από εδώ

Μετά από ένα τέταρτο περίπου, με φώναξε. Ήταν λίγο σιωπηλός. Για να μου μιλήσει περισσότερο, τον ρώτησα:

- Γέροντα, προηγουμένως, μου μιλήσατε για τον Γέροντα Μισαήλ. Πείτε κάτι περισσότερο, αν δεν είσθε κουρασμένος.
- Ναι, κόρη. Εγώ πολλά ωφελήθηκα από εκείνον. Πάντα με ευγνωμοσύνη τον ενθυμούμαι. Ιδίως από την αγάπη του διά την ησυχία και διά την προσευχή. Είχε μεγάλο πόθο μέσα του δια την προσευχή. Όλος φλόγα. Αλλού δεν το είδα αυτό. Η προσευχή του τον αναβίβαζε εις τον ουρανό. Αγαπούσε πολύ και επιμελείτο την κατανυκτική προσευχή. Τον βλέπαμε, τακτικά άπεμακρύνετο, έφευγε σε μακρινά εξωκκλήσια ή μοναστήρια και γύριζε το βράδυ ή την άλλη μέρα ή και αργότερα Ήταν έγγαμος, άλλα δεν ήταν με την γυναίκα του. Αδέλφια ήταν ["Σ": δηλ. δεν είχαν ερωτικές σχέσεις]. Πήγαινε, δούλευε στα χωράφια, τους βοηθούσε, άλλα έφευγε. Μόνος του έμενε, ή στα εξωκκλήσια. Συνάφειες με κόσμο δεν είχε. Δεν μιλούσε εύκολα. Μόνος του δούλευε και μετά έφευγε. Εγώ τον είχα καταλάβει, αν και μικρός ήμουν, και συχνά τον πλησίαζα ή πήγαινα μαζί του.

Πολλές φορές, στην εκκλησία πού εκκλησιαζόμασταν, εκείνος έμενε έξω, δηλ. μπροστά στον κυρίως ναό. κοντά στους ψαλτάδες, σε μια κολώνα, όχι μέσα στο ιερό. Και όταν έφθανε ό παπάς στο «έξαιρέτως» κλπ., σιγά-σιγά έβγαινε έξω, τον χάναμε. Και μετά, ή τον βλέπαμε πάλιν στο τέλος ή και καθόλου.


Μια φορά, ενθυμούμαι, κάποιες γυναίκες το είχαν προσέξει και συμφώνησαν, όταν φύγει, με τρόπο και αυτές να βγουν, να τον παρακολουθήσουν πού υπάγει και να δουν τί έκανε. Πράγματι, μια Κυριακή, μόλις τον είδαν, πού με σκυφτό το κεφάλι σιγά-σιγά βγήκε έξω, με προσοχή τον ακολούθησαν από μακριά. Τον είδαν ότι πήγε σ ένα ερημοκκλήσι μέσα εις ένα βράχο. Σε λίγο πήγαν και εκείνες και έβαλαν τ' αυτί τους στη πόρτα ν' ακούσουν.


Εκείνος δεν έβλεπε πίσω τί γινόταν, ούτε ότι τον ακολούθησαν. Έλεγε λοιπόν μέσα δυνατά, διάφορα λόγια δικά του, προσευχές με φωνή δυνατή, με κλάματα. Κλαυθμούς, οδυρμούς, λόγια πού τα έπνιγε ό λυγμός του. Αυτό κράτησε αρκετή ώρα. Μετά από λίγο εκείνος, μόλις τελείωσε, ξαφνικά άνοιξε την πόρτα για να επιστρέψει, και όταν τις είδε, θύμωσε και έφυγε. Τότε οι γυναίκες ζήλεψαν. Είχαν μεγάλη ευλάβεια και είπαν την άλλη μέρα: «Μόνο αυτόν ακούει ό Θεός. Να δοκιμάσουμε και εμείς μία ήμερα να προσευχηθούμε, όπως εκείνος».


Αλλά να δεις, κόρη, το θαύμα. Μία ημέρα φανερώθηκε ένας καλόγηρος εις τον Μισαήλ και του λέγει: «Μισαήλ, αυτές τις γυναίκες πού έρχονται εις την εκκλησία και σε ακολούθησαν, να τες καλέσεις εις ένα μεγάλο σπίτι, εις το τάδε (ένα πού ήταν κατάλληλο, μεγάλο και κάπως υπόγειο). Κάλεσε και όποιον θέλεις εσύ. Μόνον αντίθετα πρόσωπα να μη είναι και θα έλθω και εγώ να σας διδάξω την κατανυκτική προσευχή».


Ο ίδιος, λοιπόν ο Μισαήλ, που τόσον καιρό δεν τούς έδειχνε και δεν μιλούσε, τες κάλεσε και αυτές και έμενα και άλλους. Αντίθετοι δεν ήσαν, δηλ. που δεν είχαν ευσέβεια και αγάπη διά την προσευχή. Εκάθησαν όλοι και σε λίγο ήλθε και ο καλόγηρος και έκαμε κατανυκτική προσευχή. Τα λόγια πού έλεγε και τα δάκρυα πού έχυνε, έκαμαν και εμάς όλους να κλαίγωμεν. Απλά λόγια, τα 'βγάλε απ' την καρδιά του, και φανέρωναν πόθο, αγάπη προς τον Θεό.


Μετά την κατανυκτική προσευχή, πού κράτησε σχεδόν ύλη την νύκτα έστρωσαν, και όλοι σαν τα πρόβατα εδώ και εκεί στα δωμάτια εκείνα κοιμηθήκαμε. Στην Ανατολή ήταν μεγάλα τα δωμάτια, αλλά και οι άνθρωποι τότε με σέβας και καθαρότητα, πράγματι σαν τα πρόβατα.


Τρεις νύχτες έγιναν αυτό, δηλ. ο καλόγηρος δίδαξε την προσευχή, την κατανυκτική.

Την τρίτη νύκτα, μπροστά μας, μόλις τελείωσε, έγιναν άφαντος ο καλόγηρος!
Από τότε ο Μισαήλ έδέχετο να πηγαίνουν εις τες εκκλησίες ή τα σπίτια όπου προσηύχετο και οι άλλοι, διά να κάμνουν την κατανυκτική προσευχή. Συχνά πήγαιναν και νεόνυμφες, των οποίων οι άνδρες έλειπαν, έμπορεύοντο κλπ., ντυμένες με παλαιά και με μαύρα, διά να μη γνωρισθούν. Αν τούς άκουγε κανείς, κόρη, που δεν γνωρίζει από πνευματικά, που δεν έχει νοιώσει πολλή αγάπη για τον Χριστόν μας, θα νόμιζε, ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι τρελοί.

Κι όμως, αυτά που λέγανε με τέτοιον τρόπο, ήτο διότι με πολλή αγάπη τα έλεγον και έθεώρουν, όπως δίδαξε ο καλόγηρος εκείνος που ήτο άγγελος ή άγιος, ήτο ως να έβλεπαν τον πατέρα τους, τον Θεό εκείνη την ώραν και ήθελαν να Του τα πουν όλα, όπως το παιδί λέγει τα παράπονα του, τις επιθυμίες του και τα θελήματα του εις την μητέρα του.



Εικόνα του Γέροντα από εδώ
 
Δεν είχαν τίποτε άλλο στο νου τους, αλλά τον πόθο στην καρδία διά τον Χριστόν μας. Όπως ένας πού πνίγεται φωνάξει «βοήθεια, βοήθεια, πνίγομαι», τον νουν του πού τον έχει, σε άλλα; Ή μόνον εκεί απ' όπου θα του έλθει η βοήθεια; Αυτή η προσευχή μόνο όποιος την έζησε, καταλαμβάνει πώς ανακαινίζει, πώς ευφραίνει, πώς κάνει τον άνθρωπο σαν νά 'ναι όλος πνεύμα! Δεν αισθάνεται να 'χη μέσα του, σπλάχνα, σάρκα, κόκκαλα, αλλά πνεύμα. Αυτά, παρασύρθηκα και στα λέγω, είναι δυνατά διά εσένα.

Ίσως δεν με καταλαμβάνεις, αλλά να μείνουν εις τον νου και αργότερα θα με ενθυμηθείς. Πάντως, έτσι πρέπει να αισθάνεται ο άνθρωπος, όταν καλώς προσεύχεται. Και αυτά τα «λόγια», που έλεγε και ο καλόγηρος και ο Μισαήλ, στην αρχή, είναι διά τούς αρχαρίους. Είναι, πώς να σε το πω, τα προσανάμματα διά να πιάση η φωτιά, ν' ανάψη ο πόθος διά τον Θεόν. Άμα ανάψει, μετά τα λόγια σταματούν, διότι δεν ημπορεί τότε να ομιλή ο άνθρωπος, αλλά αισθάνεται ν' ακούει μέσα του, να νοιώθει μέσα του τον Θεό. Και κλαίει, διότι τούτο είναι μεγάλο, είναι το πάν δια τον άνθρωπο. Ας είναι, σε είπα πολλά διά τούτο.


Ά, και κάτι άλλο: Μετά, όμως, από τέτοιαν προσευχή, αισθάνεται έξάντλησιν ο άνθρωπος. Διότι, προσευχόμενος, έρχεται στιγμή πού αφήνει το σώμα, «βγαίνει» από το σώμα του και ομιλεί μόνον ή καρδία, ο πόθος...


Τούτα τα λόγια του Γέροντα μου έφεραν αμέσως στο νου τον «μανικό» έρωτα, που ένοιωθαν οι Πατέρες και οι μεγάλοι Άσκηταί. Έν συνεχεία μου λέγει, σαν ν' απαντούσε σ' αυτή μου την σκέψη:

- Ναι, Ναι. Οι Πατέρες δεν βρήκαν άλλο διά να εκφρασθούν παρόμοια και λέγουν «μανικός έρως». Για πολλά πνευματικά ή πνευματικές καταστάσεις, δεν υπάρχουν λόγια να πει κανείς ακριβώς όπως είναι. Δεν λέγει, άλλωστε, ο Απόστολος Παύλος, «ο οφθαλμός ουκ είδε κλπ.»;
Κουράστηκα, κόρη, αλλά δεν πειράξει. Μόνον που πόνεσε η καρδιά μου που ξαναθυμήθηκα εκείνα τα χρόνια... ας είναι. Ναι, να πηγαίνεις. Ο Θεός μαζί σου. Στο καλό! 


Δείτε και: Επίσκεψη του π. Ευσέβιου Βίττη στο Γέροντα Ιερώνυμο

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Οι πλαστοί αναθεματισμοί των Συνόδων του ιστ΄ αιώνος

Συνέχεια από την ανάρτηση: Οι ν.ημ. είμαστε αναθεματισμένοι από τις πανορθόδοξες συνόδους του 16ου αιώνος;

Όπως προαναφέραμε, στον Τόμο Αγάπης του Δοσιθέου Ιεροσολύμων, ο οποίος εκδόθηκε το 1698, υπάρχουν οι αποφάσεις των Συνόδων του 1583 και του 1593 κατά του γρηγοριανού ημερολογίου. Αντίγραφα των αποφάσεων αυτών υπήρχαν περί το 1924 σε δύο κώδικας του Αγίου Όρους (285 της Βιβλιοθήκης των Καυσοκαλυβίων και 772 της Βιβλιοθήκης της Μονής του αγίου Παντελεήμονος).
Τήν αντιγραφή των ανωτέρω αποφάσεων από τον Τόμο Αγάπης είχε εκπονήσει περί τα μέσα του ιθ΄ αιώνος ο Αγιορείτης μοναχός Ιάκωβος Νεασκητιώτης, «γνωστός εχθρός του Ι. (αγίου) Νικοδήμου ο και άθεον αυτόν αποκαλών»246. Δυστυχώς ο Ιάκωβος δεν αρκέσθηκε σέ μία απλή αντιγραφή των ανωτέρω κειμένων, αλλά επιδόθηκε σε μία πρωτοφανή πλαστογραφία, και συγκεκριμένα στην παρουσίασι δύο δήθεν συνοδικών αποφάσεων, οι οποίες στην πραγματικότητα αποτελούν συνονθύλευμα υπαρκτών και ανυποστάτων κειμένων.
Ο Ιάκωβος αντέγραψε λοιπόν την απόφασι της Συνόδου της 12ης Νοεμβρίου του 1583, η οποία ήταν μία Επιστολή - Απάντησις των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίου και Αλεξανδρείας Σιλβέστρου προς τους Αρμενίους κατά του γρηγοριανού ημερολογίου.
Πρώτη παρανομία του Ιακώβου είναι ότι έθεσε στην απόφασι της Συνόδου επικεφαλίδα δικής του επινοήσεως. Παρουσίασε δηλαδή την απόφασι ως «Σιγίλλιον Πατριαρχικής διατυπώσεως... Μετ᾿ επιτιμίου αναθέματος»247. Στο τέλος δε της αποφάσεως και συγκεκριμένα μετά την ημερομηνία και τις υπογραφές των δύο πατριαρχών «εσημείωσε την εξής επιγραφήν: «Απόφασις της αυτής αγίας Συνόδου μετ᾿ επιτιμίου» και προέβη, ελαφρά τη συνειδήσει, εις την εξής παραποίησιν:»248
Ανέγραψε οκτώ αναθεματισμούς κατά των Λατίνων και του γρηγοριανού ημερολογίου, οι οποίοι όμως δεν ήταν πραγματικοί αναθεματισμοί της Συνόδου του 1583, που δήθεν παρέλειψε να αναφέρη ο ιερός Δοσίθεος στον Τόμο Αγάπης, αλλά αυθαίρετες επινοήσεις του Ιακώβου· συγκεκριμένα:
Οι μεν έξι πρώτοι ήταν αναθεματισμοί κατά τών Λατίνων, τους οποίους συνέγραψε μισό περίπου αιώνα μετά την Σύνοδο του 1583 ο Αλεξανδρείας Κύριλλος ο Λούκαρις και οι οποίοι υπάρχουν στον αυτό Τόμο Αγάπης του Δοσιθέου249.
«Αυτούς λοιπόν τους αναθεματισμούς του Κυρίλλου Λουκάρεως κατά Λατίνων, ο πρόδρομος των νεωτέρων “Ζηλωτών” Ιάκωβος Νεασκητιώτης ωνόμασεν “Απόφασιν” Συνόδου του 1583 “μετ᾿ επιτιμίου”, εν επιγνώσει ψευδόμενος ή πλανώμενος, διότι εν αρχή των “Αναθεματισμών” (στον Τόμο Αγάπης) υπάρχει η επιγραφή “Κύριλλος ελέω Θεού Πάπας και Πατριάρχης της μεγάλης πόλεως Αλεξανδρείας και κριτής της οικουμένης”. Μη αρκεσθείς δε να θέση πλαστήν επιγραφήν επί των αναθεματισμών του Λουκάρεως, δεν προέβη μόνον εις παραποίησιν του κειμένου, αλλά και προσέθηκεν ένα έτι αναθεματισμόν διά το ημερολόγιον και παρουσίασεν ως 8ον αναθεματισμόν την εν τέλει του “Τόμου” του Λουκάρεως προτροπήν προς τους ορθοδόξους»250.
Ο έβδομος δήθεν αναθεματισμός της Συνόδου του 1583, τον οποίο επινόησε ο Ιάκωβος, αναφέρει επί λέξει: «Όποιος δεν ακολουθεί τα έθιμα της Εκκλησίας καθώς και αι επτά άγιαι οικουμενικαί σύνοδοι εθέσπισαν και το Άγιον Πάσχα και το Μηνολόγιον καλώς ενομοθέτησαν νά ακολουθώμεν, και θέλει να ακολουθά το νεοεφεύρετο Πασχάλιον και Μηνολόγιον των αθέων αστρονόμων του Πάπα, και εναντιώνεται εις αυτά όλα, και θέλει να ανατρέψη και να χαλάση τα πατροπαράδοτα δόγματα και έθιμα της Εκκλησίας, ας έχει το ανάθεμα και έξω της του Χριστού Εκκλησίας, και της των πιστών ομηγύρεως ας είναι»251.
Μετά τους δήθεν οκτώ αναθεματισμούς της Συνόδου του 1583 ο Ιάκωβος έγραψε την λέξι «επικύρωσις» και προσέθεσε τον όγδοο κανόνα της Συνόδου του 1593, ο οποίος, όπως προαναφέραμε, αποτελεί επανάληψι του α΄ κανόνος της Συνόδου της Αντιοχείας. Ο Ιάκωβος παραποίησε και τον κανόνα αυτό γράφοντας, ότι ο κανών απαγορεύει το «μετά των Λατίνων και Ιουδαίων επιτελείν το πάσχα», ενώ στην πραγματικότητα ο κανών δεν αναφέρει την λέξι “Λατίνων”.
Μετά ακριβώς από τον ανωτέρω κανόνα ο Ιάκωβος έθεσε την ημερομηνία 12-2-1593 και συνέχισε με τις υπογραφές: «Ιερεμίας ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης, Σύλβεστρος Αλεξανδρείας και Σωφρόνιος Ιεροσολύμων και η αγία Σύνοδος των αρχιερέων ομοθυμαδόν έκρινε δειν πεμφθήναι την πράξιν ταύτην δι᾿ υπογραφών ημετέρων ησφαλισμένην τω ευσεβεί Βασιλεί Ρωσσίας και τω Παναγιωτάτω Πατριάρχη πάσης της Ρωσσίας Ιώβ»252 (στο χειρόγραφο των Καυσοκαλυβίων δεν υπάρχει το όνομα του Σιλβέστρου).
Το ανωτέρω κείμενο με τις υπογραφές των πατριαρχών αποτελεί στήν πραγματικότητα επιλεκτική συλλογή ορισμένων φράσεων από την πράξι της Συνόδου του 1593 περί του Ρωσικού πατριαρχείου253, την οποία ο Ιάκωβος «συλλαμβάνεται... παραποιών... διασπαράσσων αυτήν και διαστρέφων»254. Ο Ιάκωβος «ου μόνον παρέτρεξε την αρχήν και το όλον περιεχόμενον της Πράξεως της Συνόδου, αλλά και όλως αυθαιρέτως λαβών υπ᾿ όψιν το τέλος αυτής, διεστραμμένως παρέστησε την απόφασιν της Συνόδου»255.
Η Σύνοδος δηλαδή των αρχιερέων έκρινε «δειν πεμφθήναι την πράξιν ταύτην»256 της κυρώσεως της ιδρύσεως του Ρωσικού πατριαρχείου προς τον βασιλέα και τον πατριάρχη της Ρωσίας. Αντιθέτως, ο Ιάκωβος παρουσιάζει ότι η Σύνοδος αποφασίζει «πεμφθήναι» στήν Ρωσία την καταδίκη του γρηγοριανού ημερολογίου! Επιπλέον ο Ιάκωβος αναφέρει ότι στην Σύνοδο συμμετείχε επίσης και ο Σίλβεστρος Αλεξανδρείας, ο οποίος όμως είχε πεθάνει πολύ πρίν από το 1593.

Χρησιμοποίησις των πλαστών αναθεματισμών από τους Γ.Ο.Χ.

Τίς ανωτέρω παραποιήσεις του Ιακώβου έσπευσαν αμέσως μετά την διόρθωσι του ημερολογίου να εκμεταλλευθούν οι Γ.Ο.Χ. «επιδιώξαντες την τρομοκράτησιν της συνειδήσεως των απλοϊκών»257. Πράγματι, οι Γ.Ο.Χ. δημοσίευσαν και διέδοσαν ευρέως διάφορα κείμενα, τα οποία περιείχαν τα δήθεν αναθέματα κατά του γρηγοριανού ημερολογίου. Τα κείμενα των Γ.Ο.Χ. είχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, καθώς οι Γ.Ο.Χ. «επί μάλλον και μάλλον διέστρεψαν... Και παρεμόρφωσαν»258 το ήδη παραποιημένο κείμενο του Ιακώβου. Κοινό βέβαια σημείο τους αποτελούσε ο ανωτέρω ζ΄ κανών που επινόησε ο Ιάκωβος, ο οποίος εκσφενδονούσε το ανάθεμα εναντίον αυτών, που θα τολμούσαν να δεχθούν το γρηγοριανό ημερολόγιο.
Ένα από τα κείμενα που διέδοσαν οι Γ.Ο.Χ. περιέχεται σε βιβλίο του Γρηγορίου Ευστρατιάδου, που εκδόθηκε το 1929. Όπως παρατηρεί ο αναγνώστης, στο βιβλίο παρουσιάζονται ως «Σιγγίλιον» της Συνόδου του 1583 «μετ᾿ επιτιμίου και αναθέματος»259 οι οκτώ κανόνες, που αναφέρει ο Ιάκωβος στούς Αγιορειτικούς κώδικας (επτά του Λουκάρεως και ένας δικός του).
Αυτό που ομολογουμένως εκπλήσσει, είναι ότι οι Γ.Ο.Χ. υπερέβησαν στην πλαστογραφία ακόμη και αυτόν τον Ιάκωβο. Συγκεκριμένα οι Γ.Ο.Χ. αναφέρουν στο τέλος του Σιγγιλίου τα ονόματα των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίου, Αλεξανδρείας Σιλβέστρου και Ιεροσολύμων Σωφρονίου, καθώς και την φράσι «Και οι λοιποί Αρχιερείς τής Συνόδου παρόντες».
Όπως όμως γίνεται φανερό από τον Τόμο Αγάπης του Δοσιθέου Ιεροσολύμων260, την Επιστολή - Απάντησι του 1583 προς τους Αρμενίους συνυπογράφουν μόνο οι πατριάρχαι Ιερεμίας και Σίλβεστρος και όχι ο Σωφρόνιος ή άλλοι αρχιερείς, όπως αυθαίρετα πρόσθεσαν οι Γ.Ο.Χ. Κανείς ιστορικός δεν αναφέρει την συμμετοχή του Σωφρονίου στην Σύνοδο του 1583261. Την απουσία του Σωφρονίου από την συνοδική Διάσκεψι του 1583 δηλώνει επιπλέον «ρητώς... ο Ιερεμίας β΄ εν αρχή της προς Αρμενίους απαντήσεως “Η μετριότης ημών διασκεψαμένη μετά του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Αλεξανδρείας”. Της διασκέψεως του 1583 δεν μετέσχον προφανώς και Αρχιερείς, διότι άλλως θα εδήλου τούτο ο Ιερεμίας, ως το εδήλωσεν εν τη Πράξει της Συνόδου του 1593, “συνεδρευόντων και των πανιερωτάτων Αρχιερέων”»262.
Βέβαια και αν ακόμη δεχθούμε, ότι κατά την Διάσκεψι του 1583 συμμετείχαν και άλλοι αρχιερείς, αυτό δεν σημαίνει ότι οι Γ.Ο.Χ. είχαν το δικαίωμα να δηλώσουν την παρουσία τους κάτω από τις υπογραφές των πατριαρχών Ιερεμίου και Σιλβέστρου, πράγμα το οποίο δεν απετόλμησε να διαπράξη ούτε αυτός ακόμη ο Ιάκωβος. Οι Γ.Ο.Χ. οφείλουν να ομολογήσουν την αλήθεια, ότι δηλαδή το όνομα του Σωφρονίου Ιεροσολύμων, καθώς και η φράσις «Και οι λοιποί Αρχιερείς της Συνόδου παρόντες», τα οποία αυτοί έως και σήμερα αναφέρουν στά βιβλία τους263, δεν αναφέρονται σε κανένα ιστορικό βιβλίο ή Αγιορειτικό κώδικα, αλλά είναι δικές τους επινοήσεις.

Προσπάθεια των Γ.Ο.Χ. να δικαιολογήσουν την από μέρους τους χρησιμοποίησι των πλαστών αναθεματισμών

Τις πρωτοφανείς, ζηλωτικές πλαστογραφίες στηλίτευσε πρώτος ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος διά ειδικής μελέτης «υπό την επιγραφήν, “ Έλεγχος παραποιήσεως Συνοδικών Πράξεων και Πατριαρχικών εγγράφων”, δι᾿ ής εξηλέγχθη το πλαστογράφημα διά παραθέσεως φωτογραφικών αποτυπωμάτων εκ κωδίκων του Αγίου Όρους και αντιβολής των κειμένων»264.
Οι Ζηλωταί μοναχοί του Αγίου Όρους, οι οποίοι ήταν και οι βασικοί υπεύθυνοι για την διάδοσι των πλαστών αναθεματισμών, απάντησαν αμέσως (1932) στις αποκαλύψεις του Αρχιεπισκόπου. Αυτό που αναμφίβολα προκαλεί εντύπωσι, είναι η μεγάλη ένδεια των επιχειρημάτων τους. Οι Ζηλωταί δηλαδή δεν δίνουν καμμία απολύτως απάντησι στις κατηγορίες του Αρχιεπισκόπου για την από μέρους τους χρησιμοποίησι των παραποιημένων κειμένων του Ιακώβου, την παρουσίασι των αναθεμάτων του Λουκάρεως ως δήθεν αναθεμάτων της Συνόδου του 1583, την αυθαίρετη προσθήκη υπογραφών στην Σύνοδο του 1583 και την διαφορά των ζηλωτικών κειμένων μεταξύ τους και κυρίως με τα πραγματικά κείμενα που δημοσιεύει ο ιερός Δοσίθεος στόν Τόμο Αγάπης.
Αντιθέτως, οι Ζηλωταί κάνουν μία φανερή υπεκφυγή και απαντούν, ότι «τιθέμεθα κατά μέρος τα χειρόγραφα αφού τον σκανδαλίζουσι (τον Αρχιεπίσκοπο) και ερχόμεθα διά να γυμνάσωμεν το ημερολογιακόν ζήτημα συζητούντες από των εντύπων βιβλίων των ιστορικών»265.
Επικαλούνται δηλαδή μόνο τις ιστορικές μαρτυρίες για την καταδίκη του γρηγοριανού ημερολογίου από τις Συνόδους του ιστ΄ αιώνος, η οποία όμως, όπως προαναφέραμε, αφορά την τροποποίησι του πασχαλίου.
Οι Ζηλωταί στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν την από μέρους τους διάδοσι των παραποιημένων κειμένων του Ιακώβου προβάλλουν μόνο τους εξής δύο ισχυρισμούς. Πρώτον, ότι «ο Ιάκωβος ουδέν συμφέρον είχε ζών προ εκατόν είκοσι και πλέον ετών να πλαστογραφήση και παρουσιάση ανυπάρκτους περί ημερολογίου κανόνας εφ᾿ όσον τότε δεν υφίστατο ημερολογιακόν ζήτημα»266. Στο επιχείρημα αυτό έχουμε να απαντήσουμε, ότι το ζήτημα της παραδοχής του γρηγοριανού ημερολογίου δεν απασχόλησε την Ορθόδοξο Εκκλησία μόνο κατά τον κ΄ αιώνα, αλλά από το τέλος του ιστ΄ αιώνος. Είναι δε φυσικό ότι οι πιέσεις των Παπικών να επιβάλουν το ημερολόγιό τους στην Ορθόδοξο Εκκλησία ήταν συνεχείς, όπως συνεχείς είναι και οι προσπάθειές τους νά επιβάλουν και τις υπόλοιπές τους δογματικές καινοτομίες.
Οι Ζηλωταί ισχυρίζονται επίσης ότι δεν είναι σωστό να διαβάλλουμε τα κείμενα του Ιακώβου και τα δικά τους, μόνο και μόνο επειδή δεν τα αναφέρει ο ιερός Δοσίθεος στον Τόμο Αγάπης, δεδομένου ότι ο «Δοσίθεος δεν εδημοσίευσεν όλας τας επιστολάς και όλας τας Συνοδικάς αποφάσεις τας σχετικάς με την γρηγοριανήν μεταρρύθμισιν»267.
Συμφωνούμε και εμείς ότι οι συλλογές του ιερού Δοσιθέου δεν είναι πλήρεις. Ο ιερός Πατήρ δεν αναφέρει π.χ. την απόφασι της Συνόδου του 1587 κατά του γρηγοριανού ημερολογίου. Όμως αυτό δεν σημαίνει, ότι είναι δυνατόν να αποδεχθούμε ως έγκυρο και υπαρκτό ένα κείμενο, το οποίο είναι αδιαμφισβήτητα παραποιημένο, όπως είναι το κείμενο του Ιακώβου. 

Τα σχετικά με την χρησιμοποίησι των πλαστών αναθεματισμών επιχειρήματα των νεωτέρων Γ.Ο.Χ.

Οι νεώτεροι Γ.Ο.Χ. κατηγορούν επίσης τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, ότι εκμεταλλεύθηκε «τήν μερικήν ομοιότητα που έχει το κείμενον της Εγκυκλίου του Πατριάρχου Κυρίλλου του Λουκάρεως που φέρει αναθεματισμούς εναντίον λατινοφρόνων, με το κείμενον της αποφάσεως της Συνόδου του 1583 που αναθεματίζει τους ακολουθούντας το ν. ημερολόγιον»268.
Οι Γ.Ο.Χ. υποστηρίζουν ότι ορισμένοι κανόνες Τοπικών ή Οικουμενικών Συνόδων έχουν αρκετή ή απόλυτη ομοιότητα με αναλόγους προγενεστέρων Συνόδων. Ο ιδ΄ π.χ. Κανών της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου ομοιάζει με τον ια΄ κανόνα τής Συνόδου της Νεοκαισαρείας, ενώ ο θ΄ της Συνόδου της Αντιοχείας ομοιάζει προς τον λδ΄ Αποστολικό.
Συνεπώς, καταλήγουν, βάσει «τής ανωτέρω αυτής συνηθείας των Συνοδικών Πατέρων, φρονιμώτερον είναι να υποθέσωμεν ότι μάλλον ο Πατριάρχης Κύριλλος επροτίμησε να αντιγράψη, αντί να συντάξη νέους, αναθεματισμούς από την Σύνοδον του 1583 που έχει γίνει μόλις 33 χρόνια πρίν, παρά ότι ο Νεασκητιώτης Ιάκωβος επρόσθεσε επί της Εγκυκλίου του Κυρίλλου έναν ακόμη αναθεματισμόν περί ημερολογίου»269.
Οι ανωτέρω απόψεις, οι οποίες φυσικά εμπεριέχουν πολλή φαντασία, είναι αναμφισβήτητα εσφαλμένες. Ο Λούκαρις το 1616 δεν αντέγραψε τους αναθεματισμούς της Συνόδου του 1583, διότι απλά η Σύνοδος αυτή δεν εξέδωσε αναθεματισμούς. Η άποψίς μας αυτή αποδεικνύεται μέσα από τα ίδια τα κείμενα του Ιακώβου και των Ζηλωτών.
Ο Ιάκωβος και οι Ζηλωταί παρουσίασαν μεν το δήθεν κείμενο της Συνόδου του 1583 με τους αναθεματισμούς κατά του γρηγοριανού ημερολογίου, «δεν επρόσεξαν» όμως ούτε «εις το περιεχόμενον αυτού, ουδέ εις τα λεκτικά, γραμματικά και συντακτικά σφάλματά»270 του.
Εκτός δηλαδή από τις τραγικές παραποιήσεις που προαναφέραμε, τίς οποίες διέπραξαν στά πραγματικά κείμενα των Συνόδων του 1583 και 1593, δεν διέφυγαν και ορισμένες σημαντικές απροσεξίες κατά την παρουσίασι του κειμένου του Λουκάρεως ως δήθεν κειμένου της Συνόδου του 1583. Οι ενδείξεις που αποδεικνύουν, ότι τα κείμενα του Ιακώβου και των Ζηλωτών δεν είναι κείμενο της Συνόδου του 1583, αλλά το κείμενο του Λουκάρεως παραποιημένο είναι οι εξής:
Στά κείμενα αναφέρεται ότι ο συντάκτης του (δηλαδή ο Λούκαρις)  το «εγκαταλείπει» ( το αφήνει, δεν το αποστέλλει) στούς πιστούς της πόλεως Τριγοβύστου. «Ο Κύριλλος, ως γνωστόν, μεταβάς εν έτει 1616 εις την Μολδαβίαν, ειργάσθη εναντίον της λατινικής προπαγάνδας... Μέλλων δε ν᾿ απέλθη εκείθεν απήγγειλεν ομιλίαν τινά κατά των λατινικών ετεροδιδασκαλιών προς τους Ορθοδόξους της πόλεως Τριγοβύστου, ην και διέδωκεν, “Τόμον” ονομάσας, περιέχοντα έξ αναθεματισμούς»271.
«Υπάρχουσι λοιπόν καταφανέσταται μαρτυρίαι ότι δεν πρόκειται περί συνοδικού εγγράφου»272 της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου, το οποίο απεστάλη σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες. Στά ανωτέρω πλαστά κείμενα αναφέρεται επίσης, ότι οι κακόδοξοι «ήγειραν καθ᾿ ημών άσπονδον πόλεμον»273 υπονοώντας προφανώς την επίθεσι, που υπέστη ο Λούκαρις στην πόλι του Τριγοβύστου από τους Λατινόφρονας.
Τέλος, όπως γίνεται φανερό από τα πλαστά, ζηλωτικά κείμενα, ο συντάκτης του κειμένου (ο Λούκαρις) αποκαλεί το κείμενο «Τόμον»274, ο οποίος είναι όρος, που αρμόζει σε δογματικό κείμενο, όπως είναι το κείμενο αυτό με τους αναθεματισμούς. Αντιθέτως, ο Ιάκωβος και οι Ζηλωταί έθεσαν απερίσκεπτα στο κείμενο την επικεφαλίδα: «Σιγγίλιον πατριαρχικής διατυπώσεως...»275, αγνοώντας ότι διά του όρου «σιγγιλίου» εννοούνται τα έγγραφα που «εξεδίδοντο υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου προς διάφορα σταυροπηγιακά Μοναστήρια ή φιλανθρωπικά καθιδρύματα κυρωτικά των προνομίων αυτών»276.
Τά ανωτέρω ζηλωτικά επιχειρήματα εξέθεσε και ο π. Νικόλαος Δημαράς στις απαντήσεις του κατά της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου. Ο π. Νικόλαος διέπραξε μεταξύ άλλων και τα εξής σφάλματα:
1. Αναφέρει σε μία από τις απαντήσεις του τον ζ΄ κανόνα του Ιακώβου και τον η΄ κανόνα της Συνόδου του 1593 προσθέτοντας αμέσως μετά τα εξής: « το Σιγγίλιον αυτό αναφέρουν στις Εκκλησιαστικές τους Ιστορίες»277 διάφοροι Ιστορικοί, μεταξύ των οποίων αναφέρει τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τον Φ. Βαφείδη, τον Δοσίθεο Ιεροσολύμων, τον Κ. Μουρατίδη και άλλους. Πρόκειται για αναληθή ισχυρισμό, καθώς οι ανωτέρω ιστορικοί δεν αναφέρουν όχι μόνο το πλασ το σιγγίλιο, αλλά ούτε καν την λέξι “σιγγίλιο”. Το συνοδικό δήθεν σιγγίλιο αναφέρεται μόνο από ζηλωτάς συγγραφείς.
2. Ο π. Νικόλαος υποστηρίζει ότι ο Σίλβεστρος Αλεξανδρείας υπέγραψε την απόφασι του 1593278, αν και αυτός είχε προ πολλού πεθάνει!
3. Ο π. Νικόλαος αναφέρει ότι ο Ιάκωβος «στο τέλος του χειρογράφου αναφέρει τα ονόματα των Πατριαρχών Ιερεμίου Κωνσταντινουπόλεως, Σιλβέστρου Αλεξανδρείας και Σωφρονίου Ιεροσολύμων, οι οποίοι κατά τις αδιάψευστες μαρτυρίες όλων των ιστορικών υπέγραψαν την ιστορικήν απόφαση του 1583»279. Όπως όμως προαναφέραμε, κανείς απολύτως ιστορικός δεν αναφέρει, ότι ο Σωφρόνιος Ιεροσολύμων υπέγραψε την απόφασι της Συνόδου του 1583.
4. Ο π. Νικόλαος υποστηρίζει, ότι « το Σιγγίλιο αυτό απέστειλε ο Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ προς απάσας τας Ορθοδόξους Εκκλησίας»280. Το κείμενο όμως που μας παραπέμπει, «Ευστρατιάδου, ό.π. σελ. 119-20», ομιλεί για εγκατάλειψι του Τόμου στούς πιστούς της πόλεως του Τριγοβύστου και όχι για αποστολή συνοδικού σιγγιλίου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

246 Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Αθωνικά άνθη, τόμος ι΄, σελ. 108.
247 Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ένθ᾿ ανωτ. σελ. 96-97.
248 Ένθ᾿ ανωτ.
249 Σελ. 553.
250 Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ένθ᾿ ανωτ. σελ. 98.
251 Λ. Κτενά, Πίσω απ᾿ ό,τι φαίνεται στο ημερολογιακό, σελ. 92.
252 Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ένθ᾿ ανωτ. σελ. 100.
253 Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος αγάπης, σελ. 541-547.
254 Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ένθ᾿ ανωτ.
255 Ένθ᾿ ανωτ. σελ. 101.
256 Δοσιθέου Ιεροσολύμων, ένθ᾿ ανωτ. σελ. 545.
257 Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ένθ᾿ ανωτ. σελ. 66.
258 Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Ημερολογιτικών κατηγοριών έλεγχος, σελ. 25.
259 Η πραγματική αλήθεια περί του εκκλησιαστικού ημερολογίου, σελ. 119-122.
260 Σελ. 540.
261 Μελετίου, Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμος γ΄, σελ. 402, Φ. Βαφείδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, τόμος γ΄, § 216, 2, σελ. 125, Β. Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, § 51, σελ. 699.
262 Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Έλεγχος παραποιήσεως συνοδικών πράξεων και πατριαρχικών εγγράφων, εν περιοδικώ Γρηγόριος Παλαμάς, τεύχος 193, σελ. 148.
263 Λ. Κτενά, ένθ᾿ ανωτ. σελ. 54.
264 Ημερολογιτικών κατηγοριών έλεγχος, σελ. 24.
265 Φωνή εξ Αγίου Όρους, Ήτοι απάντησις εις το βιβλίον του π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου..., σελ. 14.
266 Ένθ᾿ ανωτ. σελ. 13.
267 Αρσενίου Κοττέα, Αντέλεγχος αβασίμου και ασυστάτου ελέγχου, σελ. 39.
268 Λ. Κτενά, ένθ᾿ ανωτ. σελ. 145.
269 Ένθ᾿ ανωτ. σελ. 147.
270 Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Έλεγχος παραποιήσεως συνοδικών πράξεων και πατριαρχικών εγγράφων, εν περιοδικώ Γρηγόριος Παλαμάς, τεύχος 193,
σελ. 146-147.
271 Ένθ᾿ ανωτ. σελ. 97.
272 Ένθ᾿ ανωτ. σελ. 147.
273 Ένθ᾿ ανωτ. σελ. 144.
274 Γρ. Ευστρατιάδου, Η πραγματική αλήθεια περί του εκκλησιαστικού ημερολογίου, σελ. 120.
275 Ένθ᾿ ανωτ. σελ. 119.
276 Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, ένθ᾿ ανωτ. σελ. 147.
277 Όταν οι φύλακες προδίδουν, εν εφημερίδι Ορθόδοξος Τύπος, φύλλο 1416, σελ. 5.
278 Ένθ᾿ ανωτ.
279 Άγιοι Κολλυβάδες, φύλλο 30, σελ. 1.
280 Ένθ᾿ ανωτ. σελ. 4.